Διαταραχές

Κατάθλιψη

Η κατάθλιψη είναι μια πάθηση που ιστορικά εμφανίζεται μαζί με τον άνθρωπο. Εκατομμύρια άτομα σ' όλο τον κόσμο νοσούν από κατάθλιψη και υπολογίζεται ότι ένας στους 11 ανθρώπους θα νοσήσει σε κάποια περίοδο της ζωής του από αυτή. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το έτος 2020 θα αποτελεί παγκοσμίως την δεύτερη σε συχνότητα αιτία θανάτου και αναπηρίας.

Οι γυναίκες υποφέρουν από κατάθλιψη, σ' όλες τις χώρες του κόσμου, δύο φορές συχνότερα από τους άνδρες. Έχει διαπιστωθεί ότι στη διάρκεια της ζωής τους στο 20% των γυναικών και στο 12% των ανδρών θα εμφανιστεί καταθλιπτικό επεισόδιο, ενώ το 10% των γυναικών και μόλις το 5,8% των ανδρών θα νοσήσουν μέσα σ΄ ένα έτος. Η κατάθλιψη μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία (από 15-70 χρονών), η έναρξή της, όμως, τοποθετείται συνήθως στη μέση ηλικία.

Τα τελευταία χρόνια, έχει παρατηρηθεί ότι εμφανίζεται ολοένα και συχνότερα στην εφηβική ηλικία ή την πρώιμη ενήλικη ζωή. Τα καταθλιπτικά επεισόδια σ' αυτές τις ηλικιακές ομάδες έχουν ενοχοποιηθεί για την αυξημένη χρήση αλκοόλ ή άλλων ψυχοδραστικών ουσιών. Η βαρύτητα της νόσου ποικίλλει. Τα επεισόδια που αναδύονται κυμαίνονται από ήπια έως σοβαρά. Μπορεί να εμφανιστεί ένα και μοναδικό επεισόδιο ή η νόσος να μεταπέσει σε χρόνια ή υποτροπιάζουσα μορφή. Με τα σύγχρονα θεραπευτικά μέσα η κατάθλιψη είναι μια νόσος που μπορεί να αντιμετωπιστεί. Ωστόσο, μόνο το 10-25% των ασθενών υποβάλλονται σε θεραπευτική αγωγή.

Η σημασία όμως της κατάθλιψης δεν έγκειται μόνο στον μεγάλο αριθμό ανθρώπων που υποφέρουν. Πρέπει να συνυπολογιστεί ο κίνδυνος αυτοκαταστροφής ως αποτέλεσμα της πάθησης, οι δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις επαγγελματικές δραστηριότητες, οι επιπτώσεις στην οικογένεια, ο αλκοολισμός, η κατάχρηση ουσιών και πολλά άλλα. Όμως όσο σοβαρές κι αν είναι οι συνέπειες αυτές, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις βιωματικές επιπτώσεις για τον άνθρωπο που πάσχει. Μέτρο της οδύνης του καταθλιπτικού αρρώστου είναι ότι συχνά βλέπει το θάνατο ως λύτρωση. Ωστόσο παρά τα παραπάνω δεδομένα πρέπει να τονιστεί ότι η κατάθλιψη αποτελεί μια νόσο, που μέσα από κατάλληλες θεραπευτικές προσεγγίσεις μπορεί να αντιμετωπιστεί θεραπευτικά.

«Θλίψη» ή «Κατάθλιψη»;

Η θλίψη είναι ένα φυσιολογικό και αναμενόμενο συναίσθημα, που εκλύεται κάτω από ορισμένες ψυχοπιεστικές συνθήκες. Τέτοια γεγονότα όπως π.χ. η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, η διάψευση μιας σημαντικής προσδοκίας, η κοινωνική ή επαγγελματική υποβάθμιση ή ακόμη και η απώλεια υλικών αγαθών, είναι φυσικό να προκαλούν θλίψη. Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν αισθάνεται θλίψη σε αρκετές στιγμές ή φάσεις της ζωής του. Παθολογικό θα ήταν εάν κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Σε αντίθεση όμως με τη θλίψη, η κατάθλιψη είναι ένα παθολογικό συναίσθημα, δηλαδή είτε μη αναμενόμενο με βάση τις συνθήκες, είτε υπερβολικό σε ένταση ή διάρκεια. Αποτελεί δε το βασικό σύμπτωμα της ομώνυμης νόσου («καταθλιπτική διαταραχή»). Κάτι που δημιουργεί σύγχυση είναι το γεγονός ότι η θλίψη και η κατάθλιψη αποτελούν, σε βιωματικό επίπεδο, ταυτόσημες συναισθηματικές εμπειρίες. Από αυτή την ταύτιση απορρέει η εσφαλμένη εντύπωση ότι οφείλονται στα ίδια αίτια και κατ' επέκταση υπακούουν στους ίδιους θεραπευτικούς χειρισμούς. Κάτω από αυτό το πρίσμα, γίνεται π.χ. εύκολα κατανοητό για ποιο λόγο οι προτροπές προς τον καταθλιπτικό ασθενή να το «ρίξει έξω» επιδεινώνουν αντί να βελτιώνουν την κατάσταση. Η εσφαλμένη ταύτιση θλίψης και κατάθλιψης είναι μια από τις αιτίες που οδηγούν στην αποτυχία διάγνωσης και επομένως και στην αποτυχία σωστής θεραπευτικής αντιμετώπισης. Η διαπίστωση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν σκεφτεί κανείς ότι στην εποχή μας υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες, τόσο για τη διάγνωση όσο και για την αποτελεσματική θεραπεία της κατάθλιψης.

Ποια είναι η αιτία της κατάθλιψης;

Η αιτιολογία της κατάθλιψης είναι πολυπαραγοντική. Δεν υπάρχει, δηλαδή, ένα μοναδικό αίτιο που να ενοχοποιείται για την εκδήλωσή της. Οι σημαντικότεροι παράγοντες που, με την αλληλεπίδρασή τους, συμμετέχουν στην αιτιολογία της κατάθλιψης είναι γενετικοί (συχνότερη εμφάνιση σε οικογένειες πασχόντων), νευροχημικοί (διαταραχές «ουσιών» του εγκεφάλου), η προσωπικότητα του ατόμου, οικογενειακοί παράγοντες (π.χ. στέρηση γονέων), στρεσογόνα γεγονότα (π.χ. απώλεια σημαντικών προσώπων), σωματικά νοσήματα (π.χ. νόσος Πάρκινσον), και τέλος διάφοροι ψυχολογικοί παράγοντες. Καθώς σε κάθε άνθρωπο οι παράγοντες αυτοί παρουσιάζονται διαφορετικοί, έχει καθοριστική σημασία η αντιμετώπιση του κάθε ασθενούς μέσα από την μοναδικότητά του.

Ποια είναι τα συμπτώματα της κατάθλιψης;

Η κλινική εικόνα της κατάθλιψης δεν είναι η ίδια σε όλους τους καταθλιπτικούς. Άλλοι ασθενείς είναι λιγότερο λυπημένοι και τα βάζουν με τον εαυτό τους, άλλοι παραπονιούνται για σωματικά ενοχλήματα (πονοκεφάλους, πόνοι στην μέση), άλλοι για διαταραχές στον ύπνο κλπ. Γενικά τα συμπτώματα της κατάθλιψης σύμφωνα με τα σύγχρονα διαγνωστικά κριτήρια είναι:

Η πολυμορφία με την οποία εμφανίζεται, η άτυπη πολλές φορές συμπτωματολογία της, η ικανότητά της να υποδύεται και να μιμείται οποιαδήποτε νόσο ξεγελούν πολλές φορές τους μη ειδικούς ιατρούς, με αποτέλεσμα μόνο στο 50% των ασθενών να γίνεται σωστή διάγνωση από τους γενικούς ιατρούς. Επιπλέον, η προκατάληψη και ο στιγματισμός που συνοδεύουν τις ψυχικές διαταραχές αποθαρρύνουν ή αποτρέπουν τους πάσχοντες να απευθυνθούν στους ειδικούς. Γι' αυτόν το λόγο συχνά δεν αναγνωρίζεται (διαγιγνώσκεται) και δεν αντιμετωπίζεται θεραπευτικά μια νόσος που μπορεί να επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις στην προσωπική ζωή του ατόμου (κατάχρηση ή εξάρτηση από ουσίες, πρόκληση τροχαίων ατυχημάτων), όπως, επίσης, στις οικογενειακές σχέσεις και στις επαγγελματικές του δραστηριότητες.

Η θεραπεία της κατάθλιψης

Ο ψυχίατρος, πριν την έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής, πρέπει να πάρει ένα λεπτομερές ιστορικό, να εξετάσει τον ασθενή προσεκτικά, να προτείνει τη διεξαγωγή βιοχημικών και παρακλινικών εξετάσεων, για να αποκλεισθούν σωματικά νοσήματα (π.χ. υποθυρεοειδισμός) και φάρμακα (π.χ. αντιϋπερτασικά) που προκαλούν κατάθλιψη. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι τα οινοπνευματώδη και άλλες ουσίες, που χρησιμοποιούνται συχνά από τους ασθενείς για να ανακουφισθούν από τα συμπτώματα (αυτοθεραπεία), συνδέονται με την εμφάνιση και την επιδείνωση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων.

Η θεραπεία της κατάθλιψης θα πρέπει να στοχεύει όχι μόνο στην αντιμετώπιση της παρούσας κατάστασης αλλά και στην πρόληψη μελλοντικών υποτροπών. Είναι γεγονός ότι η θεραπεία της κατάθλιψης έχει πολλές παραμέτρους. Έτσι μπορούν να χρησιμοποιηθούν φαρμακοθεραπεία, ψυχοθεραπευτικές και ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις. Η αντίληψη περί ανταγωνισμού της ψυχοθεραπείας με τη φαρμακοθεραπεία είναι πλέον ξεπερασμένη και έτσι ο συνδυασμός των θεραπειών έχει αποδειχθεί το πιο ισχυρό όπλο στην αντιμετώπιση της νόσου.

Τα σύγχρονα αντικαταθλιπτικά, σε αντίθεση με τα παλαιότερα, χαρακτηρίζονται από πολύ λίγες έως ελάχιστες παρενέργειες, ενώ είναι εξαιρετικά αποτελεσματικά στο μεγαλύτερο ποσοστό των καταθλιπτικών διαταραχών. Βοηθητικά και για καλύτερα αποτελέσματα μπορεί να χρησιμοποιηθούν και άλλες κατηγορίες φαρμάκων (π.χ. ηρεμιστικά, αντιψυχωτικά, σταθεροποιητές του συναισθήματος κλπ).

Μια μεγάλη ποικιλία ψυχοθεραπειών χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση των καταθλιπτικών διαταραχών (ψυχοδυναμική, γνωσιακή, διαπροσωπική, ομαδικές κ.α.). Έτσι ανάλογα με την προσέγγιση, γίνεται προσπάθεια για επεξεργασία και επίλυση των ενδοψυχικών συγκρούσεων, για τροποποίηση και ανασκευή των αρνητικών «γνωσιών», δηλαδή των τρόπων σκέψης, για αντιμετώπιση προβλημάτων που απορρέουν από τις διαπροσωπικές σχέσεις, την οικογενειακή ζωή και το εργασιακό περιβάλλον.

Με τις ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις επιδιώκεται να αμβλυνθούν οι στρεσογόνοι εκείνοι παράγοντες που πυροδοτούν την έναρξη μιας καταθλιπτικής φάσης, που επιμηκύνουν την διάρκεια της, που επιδεινώνουν τη συμπτωματολογία της και καθιστούν το άτομο ευάλωτο.

Με τις παρεμβάσεις που ασκούνται στην οικογένεια επιδιώκεται να εξομαλυνθούν οι συγκρουσιακές ενδοοικογενειακές σχέσεις, τροποποιώντας εκείνες τις συνθήκες ή τις συμπεριφορές που προκαλούν τις έριδες, τις προστριβές και τις συγκρούσεις.

Η κατάθλιψη, με την μεγάλη ποικιλία των μορφών της, αφορά έναν πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Η σημασία όμως της κατάθλιψης δεν έγκειται μόνο στον μεγάλο αριθμό ανθρώπων που υποφέρουν. Πρέπει να συνυπολογιστεί ο κίνδυνος αυτοκαταστροφής ως αποτέλεσμα της πάθησης, οι δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις, στις επαγγελματικές δραστηριότητες, οι επιπτώσεις στην οικογένεια, ο αλκοολισμός, η κατάχρηση ουσιών και πολλά άλλα. Όμως όσο σοβαρές κι αν είναι οι συνέπειες αυτές, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τις βιωματικές επιπτώσεις για τον άνθρωπο που πάσχει. Μέτρο της οδύνης του καταθλιπτικού αρρώστου είναι ότι συχνά βλέπει το θάνατο ως λύτρωση. Ωστόσο και παρά τα παραπάνω δεδομένα πρέπει να τονιστεί το ελπιδοφόρο γεγονός, ότι στις μέρες μας, η κατάθλιψη αποτελεί μια νόσο, που μέσα από κατάλληλες θεραπευτικές προσεγγίσεις, μπορεί να αντιμετωπιστεί θεραπευτικά.

Δέκα μύθοι για τις ψυχικές διαταραχές » Κορυφή της σελίδας »